Κυριακή 5 Ιουλίου 2009

ΤΑ ΠΥΡΗΝΙΚΑ ΣΤΟ ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

Συντάχθηκε απο τον/την Γ. Ε. ΣΕΚΕΡΗ
Οι διεθνείς κρίσεις που πυροδοτήθηκαν από τις πυρηνικές φιλοδοξίες του Ιράν και την πυρηνική δοκιμή της Βόρειας Κορέας επαναφέρουν στο διεθνές προσκήνιο το μέγα θέμα των πυρηνικών όπλων – η καταστρεπτική δύναμη των οποίων τα έχει αρχήθεν κατατάξει σε όλως ξέχωρη κατηγορία. Είναι βέβαια ευτύχημα ότι, κατά τα εξήντα ένα χρόνια που ακολούθησαν το ολοκαύτωμα της Χιροσίμας και του Ναγκασάκι, η χρήση των όπλων αυτών αποφεύχθηκε. Από την άλλη, όμως, οι χώρες που τα διαθέτουν πολλαπλασιάσθηκαν. Με την πυρηνικοποίηση της Σοβιετικής Ένωσης, αρχικά, και εν συνεχεία της Κίνας, της Βρετανίας, της Γαλλίας, του Ισραήλ, της Ινδίας και του Πακιστάν να θέτει ταχέως τέρμα στο αμερικανικό μονοπώλιο.



Η Συνθήκη περί μη διασποράς των πυρηνικών όπλων του 1968 (ετέθη σε ισχύ το 1970) απέβλεψε στην ανακοπή της τάσης προς διεύρυνση της πυρηνικής λέσχης, σε συνδυασμό και με τη βαθμιαία κατάργηση των ήδη υφιστάμενων πυρηνικών οπλοστασίων. Και το μεν δεύτερο σκέλος των στοχεύσεων αυτών παρουσιάζει, επί του παρόντος, θεωρητικό μάλλον ενδιαφέρον, δοθέντος ότι – με μόνες εξαιρέσεις μερικές πρώην σοβιετικές δημοκρατίες, κληρονόμους στοιχείων του σοβιετικού οπλοστασίου, και τη Νότια Αφρική, η οποία είχε κατασκευάσει μικρό αριθμό πυρηνικών βομβών χαμηλής τεχνολογίας – οι πυρηνικές δυνάμεις αρνούνται να συμμορφωθούν προς τα συνομολογηθέντα. Ήδη όμως αμφίβολη εμφανίζεται και η επίτευξη του κεντρικού στόχου της συνθήκης – ήτοι η αποτροπή της περαιτέρω διάδοσης των πυρηνικών. Σημειωτέον δε ότι υφίσταται κίνδυνος η πυρηνική διασπορά να προσλάβει διαστάσεις πολύ ευρύτερες από τις άμεσα ορατές, καθώς η πυρηνικοποίηση της Βόρειας Κορέας και του Ιράν θα συνεπιφέρει πιθανότατα, αν όχι αναπόφευκτα – τούτο δε σε πρώτη μόνο φάση – και εκείνη ανησυχούντων, ή απλώς επωφελουμένων της ευκαιρίας, γειτόνων τους: της Ιαπωνίας, της Νότιας Κορέας και της Ταϊβάν, στην περίπτωση της Βόρειας Κορέας. Και της Σαουδικής Αραβίας, της Αιγύπτου και της Τουρκίας, προκειμένου για το Ιράν. Με επακόλουθο η χρήση των πυρηνικών όπλων να αποβεί πολύ πιθανότερη. Και τούτο, όχι μόνο λόγω της αύξησης καθ’ εαυτήν του αριθμού των πυρηνικοποιημένων κρατών. Αλλά και διότι, ενώ οι έως τώρα πυρηνικές δυνάμεις χαρακτηρίζονται γενικώς από σοβαρότητα και αυτοσυγκράτηση – εξαιρουμένου ενδεχομένως ενός Πακιστάν χωρίς τον Μουσάραφ επικεφαλής – τα προαλειφόμενα τώρα για πυρηνικοποίηση δύο κράτη κυβερνώνται από προβληματικά καθεστώτα αβέβαιων προθέσεων και απρόβλεπτων αντιδράσεων. Χαρακτηριστικά, το Ιράν των αγιατολάδων έχει ως πρόεδρο άνθρωπο που, κατά δημόσια δήλωσή του – την ειλικρίνεια της οποίας δεν υπάρχει λόγος να αμφισβητήσουμε – αναμένει την προσεχή εμφάνιση του Δωδέκατου Ιμάμη και τη συνακόλουθη συντέλεια του κόσμου. Και η Βόρεια Κορέα, υπό την γκροτέσκα τυραννία του «αγαπητού ηγέτη», είναι, αναλογικά με τον πληθυσμό της, το πλέον στρατιωτικοποιημένο των κρατών της υφηλίου – διατηρεί τις πέμπτες σε μέγεθος ένοπλες δυνάμεις στον κόσμο – την ίδια στιγμή που μεγάλο τμήμα του λαού της κυριολεκτικά λιμοκτονεί. Αιωρείται δε ο κίνδυνος τα καθεστώτα αυτά να θέσουν κάποια στιγμή πυρηνικά όπλα ή/και τεχνολογία στη διάθεση τρομοκρατικών οργανώσεων της επιλογής τους. Ενώ, υπό στενότερο ελληνικό πρίσμα, προφανείς είναι οι εκρηκτικές επιπτώσεις που τυχόν πυρηνικοποίηση της Τουρκίας θα είχε στην ασφάλεια και σταθερότητα της περιοχής μας.



Αντιμέτωπη με τους κινδύνους αυτούς, φυσικό είναι η «διεθνής κοινότητα» – και πιό συγκεκριμένα οι μεγάλες δυνάμεις και τα αμέσως ενδιαφερόμενα μικρότερα κράτη – να αναζητεί τρόπους αντίδρασης. Μολονότι, όμως, η αντίθεση στις διαγραφόμενες πυρηνικοποιήσεις είναι ευρεία – ας σημειωθεί ότι ουδείς αμφιβάλλει σοβαρά πως το Ιράν, παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις του, αποσκοπεί στη δημιουργία πυρηνικού οπλοστασίου – οι απόψεις ως προς τα μέσα αποτροπής των πολύ απέχουν του να είναι ταυτόσημες. Οι ΗΠΑ – οι οποίες, ως υπερδύναμη ασκούσα ρυθμιστικό ρόλο σε παγκόσμια κλίμακα, πρωτοστατούν και στις σχετικές διεργασίες – έχουν καταστήσει σαφές ότι ευνοούν ένα συνδυασμό διπλωματίας και αυστηρών μη στρατιωτικών κυρώσεων. Χωρίς, ωστόσο, να αποκλείουν και την εν ανάγκη προσφυγή σε στρατιωτικά μέσα. Αλλά και χωρίς να τονίζουν την επιλογή αυτή. Ασφαλώς λόγω του δυσβάστακτου κόστους που συνεπάγεται. Μια και το πιθανότερο είναι ότι το βορειοκορεατικό καθεστώς θα αντιδράσει βιαίως, προξενώντας εκτεταμένες καταστροφές στην κορεατική χερσόνησο και ευρύτερες γεωπολιτικές περιπλοκές – έστω και αν, όπως θεωρείται βέβαιο, τελικά εκπνεύσει. Ενώ η Τεχεράνη διαθέτει μια όχι ευκαταφρόνητη στρατιωτική δύναμη και, κυρίως, είναι σε θέση να προκαλέσει ευρεία γεωπολιτική και οικονομική αναστάτωση, εκμεταλλευόμενη το πετρελαϊκό όπλο και τις εκτός ιρανικών συνόρων τρομοκρατικές της προεκτάσεις.



Ακόμη όμως και οι μη στρατιωτικές κυρώσεις διαιρούν τα μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας. Η Κίνα, της οποίας η γεωγραφική θέση και η καθεστωτική μορφή προσδίδουν στη στάση της όλως ιδιαίτερη βαρύτητα σε σχέση με τη Βόρεια Κορέα, δείχνει απρόθυμη να συμπράξει σε μέτρα που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην κατάρρευση του καθεστώτος του Πιονγκγιανγκ και συνακόλουθα: σε ρεύμα προσφύγων προς το έδαφός της, σε ενοποίηση της κορεατικής χερσονήσου υπό δυτικόστροφη κυβέρνηση και σε διεύρυνση της αμερικανικής παρουσίας στην περιοχή. Ανάλογη δε επιφυλακτικότητα επιδεικνύει το Πεκίνο και σε σχέση με το ενδεχόμενο επιβολής κυρώσεων κατά του Ιράν, δεδομένων των πετρελαϊκών και γενικότερα οικονομικών του δεσμών με την Τεχεράνη και της εναντίωσής του στη μεσανατολική κυριαρχία της Ουάσιγκτον. Ενώ παρόμοια στάση με εκείνη της Κίνας και με παρεμφερή κίνητρα φαίνεται να τηρεί και η Μόσχα, τόσο ως προς το βορειοκορεατικό, όσο και σε σχέση με το ιρανικό. Από την άλλη, οι Γάλλοι, παρά την υποστήριξη που κατ’ αρχήν παρέχουν στις αμερικανικές προσπάθειες, τείνουν να διαφοροποιηθούν επί το ηπιότερο από τις αμερικανικές θέσεις – συνεπείς κατά τούτο με την πάγια επιδιώξή τους να τονίσουν τη διεθνοπολιτική αυτοδυναμία τους, αλλά, ειδικότερα σε σχέση με το Ιράν, και για οικονομικούς λόγους. Και, τελικά, μόνο οι Βρετανοί τάσσονται, ως συνήθως, πλήρως αλληλέγγυοι με τους Αμερικανούς.



Αντανάκλαση εν πολλοίς των αντιφατικών αυτών θέσεων και προθέσεων αποτελούν οι αποφάσεις στις οποίες το Συμβουλίου Ασφαλείας προήλθε στις 14 Οκτωβρίου. Με το σχετικό Ψήφισμα 1718, ναι μεν να καταδικάζει απερίφραστα τη βορειοκορεατική πυρηνική δοκιμή και να προβλέπει εμπορικές και χρηματοπιστωτικές κυρώσεις, πλην, εις πείσμα των αμερικανικών επιθυμιών, να αποφεύγει ακόμη και έμμεση αναφορά σε ενδεχόμενη προσφυγή σε στρατιωτικά μέτρα. Και με τη διατύπωσή του να παρέχει στα κράτη-μέλη του παγκόσμιου οργανισμού ευρεία διακριτική ευχέρεια ως προς την άσκηση του προβλεπόμενου ελέγχου των βορειοκορεατικών εισαγωγών. Μόνο το μέλλον επομένως θα δείξει κατά πόσον οι αποφασισθείσες κυρώσεις θα τηρηθούν πιστά. Και, πάντως, αν θα αρκέσουν για να εξαναγκασθεί το Πιονγκγιάνγκ σε αναδίπλωση.



Κατά τα λοιπά, το κρίσιμο ζητούμενο σε σχέση, τόσο με τη Βόρεια Κορέα, όσο και με το Ιράν, είναι οι πραγματικές προθέσεις των ηγεσιών τους. Εκλαμβάνουν άραγε οι τελευταίες αυτές το πυρηνικό τους πρόγραμμα ως μοχλό διαπραγμάτευσης – ή ακριβέστερα εκβιασμού – για την εξασφάλιση οφελών στον οικονομικό και γεωπολιτικό τομέα και ιδίως εγγυήσεων ότι δεν θα επδιωχθεί η ανατροπή τους; Ή είναι αποφασισμένες, ασχέτως κυρώσεων ή ανταλλαγμάτων, να αποκτήσουν τα πραγματικά ή εικαζόμενα πλεονεκτήματα του μέλους της πυρηνικής λέσχης; Και στην πρώτη μεν περίπτωση οι Αμερικανοί πιθανότατα θα ανταποκριθούν θετικά. Στη δεύτερη, όμως, η Ουάσιγκτον θα αντιμετωπίσει το δίλημμα, είτε να λάβει, εν ανάγκη και μόνη, στρατιωτικά αντίμετρα, είτε να αποδεχθεί τα τετελεσμένα και να περιορισθεί στη διαχείριση ενός ανεξέλεγκτα πυρηνικοποιούμενου κόσμου.
πηγη Διπλωματικό Περισκόπιο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου