Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2010

Goldman Sachs: ένα πολιτικό όργανο μασκαρεμένο σε επενδυτικό



Ελευθεροτυπία, Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2010

ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗΣ ΦΟΥΣΚΩΝ Ή ΒΑΜΠΙΡ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΖΕΤΑΙ Η ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΟΥ ΔΙΟΡΙΖΕ ΥΠΟΥΡΓΟΥΣ ΤΩΝ ΜΠΟΥΣ ΚΑΙ ΚΛΙΝΤΟΝ

Βρίσκεται παντού, είναι ένας «πολιτικός οργανισμός μασκαρεμένος σε επενδυτική τράπεζα», οι άνθρωποι του οποίου πλαισιώνουν εδώ και περισσότερα από 60 χρόνια τον αμερικανικό κρατικό μηχανισμό.

Στόχος της η αέναη παραγωγή κερδών για την κάλυψη της «μακροχρόνιας απληστίας» του, ενίοτε μέσα από φούσκες και άγρια κερδοσκοπία στις αγορές.

Ο λόγος βέβαια για την Goldman Sachs, την πιο ισχυρή σήμερα επενδυτική τράπεζα των ΗΠΑ, την περισσότερο ευνοημένη από το αμερικανικό πακέτο διάσωσης του χρηματοπιστωτικού τομέα, τη μεγαλύτερη -σύμφωνα με το ευρείας κυκλοφορίας αμερικανικό περιοδικό Rolling Stone- «αμερικανική μηχανή παραγωγής χρηματιστηριακών φουσκών στα τελευταία 100 χρόνια ή άλλιώς... ένα βαμπίρ που ρουφά διαρκώς το αίμα της ανθρωπότητας».

Ακολουθώντας τη στρατηγική της «περιστρεφόμενης πόρτας» η Goldman κατάφερε να έχει πρώην στελέχη της σε καίριες θέσεις των οικονομικών επιτελείων και στις 4 τελευταίες κυβερνήσεις των Κλίντον και Μπους προωθώντας αποφάσεις που διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στη μεγιστοποίηση των κερδών της.

Μεταξύ άλλων η Goldman «εξέλεξε» στις παραπάνω κυβερνήσεις και δύο υπουργούς Οικονομικών, τον Ρόμπερτ Ρούμπιν -τον άνθρωπο που κατάργησε το 1999 το διαχωρισμό επενδυτικών και εμπορικών δραστηριοτήτων που ίσχυε στις ΗΠΑ από το 1933 (νόμος Στιγκαλ Γκλας) εκτοξεύοντας τη χρηματιστηριακή κερδοσκοπία στα ύψη - και βέβαια τον Χένρι Πόλσον, τον τελευταίο υπουργό Οικονομικών της κυβέρνησης Μπους, αρχιτέκτονα του ύψους 700 δισ. δολαρίων πακέτου διάσωσης των τραπεζών με λεφτά φορολογουμένων.

Ο ρόλος των πρώην στελεχών τής Goldman Sachs στη διαμόρφωση και τη διαχείριση του πακέτου Πόλσον ήταν τόσο μεγάλος που οι άλλες τράπεζες και οι ανταγωνιστές της στη Wall Street τής έβγαλαν -όχι άδικα- το παρατσούκλι Government (κυβέρνηση) Sachs.

Αλλα πούλαγε - άλλα έπαιζε

Η Goldman, όπως και οι υπόλοιπες τράπεζες της Wall Street, διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο τόσο στη δημιουργία όσο και στο σκάσιμο της φούσκας της αγοράς στεγαστικών δανείων στις ΗΠΑ που γονάτισε το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα και οδήγησε την παγκόσμια οικονομία σε ύφεση. Μεταξύ 2006 και 2007 διοχέτευσε περισσότερα από 40 δισ. δολάρια σε χρεόγραφα που ήταν διασφαλισμένα σε τουλάχιστον 200.000 στεγαστικά δάνεια υψηλού κινδύνου.

Ποτέ όμως δεν πληροφόρησε τους αγοραστές αυτών των χρεογράφων ότι η ίδια στοιχημάτιζε κρυφά σε ραγδαία πτώση των τιμών των σπιτιών και στην πτώση της αξίας των χρεογράφων που τους διοχέτευε. Την ίδια στιγμή φρόντιζε να ασφαλίζει τα τοξικά της σκουπίδια χρησιμοποιώντας την καινοτομία των CDS.

«Ηταν σαν να πουλούσε ένα αυτοκίνητο με χαλασμένα φρένα και μετά να αγοράζει ασφαλιστήριο έναντι του αγοραστή του αυτοκινήτου» είπε χαρακτηριστικά ο Φιλ Αγγελίδης, επικεφαλής της επιτροπής έρευνας του Κογκρέσου για την οικονομική κρίση, πριν από περίπου ένα μήνα.

Η πρακτική αυτή γονάτισε τον μεγαλύτερο ασφαλιστικό οργανισμό του πλανήτη AIG. Το αμερικανικό Δημόσιο παρενέβη το φθινόπωρο του 2008 προκειμένου να διασώσει την AIG από τη χρεοκοπία, προσφέροντας αρχικά 85 δισ. δολάρια, ποσόν που αργότερα έφτασε τα 182,5 δισ. δολάρια. Στις αρχές του 2009, και ύστερα από πιέσεις του Κογκρέσου, αποκαλύφθηκε ότι 62,5 δισ. δολάρια από αυτό το ποσό κατευθύνθηκαν «στα κρυφά» από την AIG προς τις Goldman Sachs, J.Ρ. Morgan, Deutsche Bank, Societe Generale και μερικές ακόμη μεγάλες τράπεζες, προκειμένου να καλυφθούν οι απαιτήσεις τους.

Πληρώθηκαν και για τα «σαπάκια» τους

Αυτές αφορούσαν τα περιβόητα Credit Default Swaps (CDS), ασφάλιστρα παραγώγων -κυρίως των γνωστών για την τοξικότητά τους διασφαλισμένων σε στεγαστικά δάνεια χρεογράφων.

Αν η AIG είχε οδηγηθεί σε διαδικασία πτώχευσης, η Goldman Sachs και οι υπόλοιπες τράπεζες θα λάμβαναν ψίχουλα ως αποζημίωση για τα παραπάνω ασφαλισμένα «σαπάκια» τους. Η AIG όμως αποζημίωσε τις επενδυτικές τράπεζες πληρώνοντας συχνά το 100% της αξίας των CDS.

Η διορισμένη από το επιτελείο Πόλσον διοίκηση της AIG δεν διαπραγματεύτηκε καν χαμηλότερη τιμή, όπως είχε γίνει νωρίτερα με άλλες ασφαλιστικές, που κατέρρευσαν για τον ίδιο λόγο. Αν είχε γίνει κάτι τέτοιο, τότε η Goldman και οι υπόλοιπες «παχιές γάτες» της Wall Street θα έφευγαν από τα ταμεία της AIG με μόλις το 10-60% των απαιτήσεών τους. Η Goldman φέρεται μάλιστα, σύμφωνα με τελευταία δημοσιεύματα, να ήταν αυτή που ώθησε τη Societe Generale να διεκδικήσει αποζημιώσεις από την AIG.

100 χρόνια ...φούσκες

Δεν ήταν η πρώτη κομπίνα της Goldman. Οπως έγραψε το περασμένο καλοκαίρι ο Ματ Τάιμπι στο Rolling Stones, η Goldman συμμετείχε σε όλες τις φούσκες του τελευταίου αιώνα.

Χρησιμοποιώντας το χρηματιστηριακό εργαλείο της εποχής, το επενδυτικό τραστ, η Goldman συμμετείχε ενεργά στη φούσκα που προηγήθηκε του κραχ του 1929. Εξέδιδε 1 εκατ. μετοχές προς 100 δολάρια το κομμάτι, τις αγόραζε και μετά τις πουλούσε στο διψασμένο αγοραστικό κοινό στην τιμή των 104 δολαρίων. Σταδιακά παρήγε στην ίδια βάση νέα επενδυτικά τραστ δημιουργώντας μια ατελείωτη πυραμίδα.

Στη φούσκα των μετοχών υψηλής τεχνολογίας στα τέλη της δεκαετίας του '90, η Goldman χρησιμοποίησε κατά κόρον τις δημόσιες προσφορές προκειμένου να κερδοσκοπήσει. Φουσκώνοντας και χειραγωγώντας τις τιμές τους η Goldman αναδείχθηκε ο βασιλιάς των ΙΡΟ εταιρειών Ιντερνετ, εταιρειών που κανείς δεν ήξερε πριν ή δεν είχαν εμφανίσει ποτέ κέρδη. Χαρακτηριστικό ότι το 1999 μια μέση δημόσια προσφορά της Goldman εκτόξευε την τιμή της εισαγόμενης μετοχής κατά 281% υψηλότερα σε σχέση με την τιμή προσφοράς, ενώ ο υπόλοιπος αντίστοιχος μέσος στη Wall Street ήταν 181%.

Επαιζε συντάξεις και πετρέλαιο

Καθοριστικός όμως ήταν και ο ρόλος της στη φούσκα με τις τιμές των εμπορευμάτων και ειδικά του πετρελαίου, τις οποίες χειραγώγησε. Κατάφερε να βάλει στην αγορά με τους γνωστούς της δείκτες συνταξιοδοτικά ταμεία και άλλους ανύποπτους επενδυτές. Στο αποκορύφωμα της φούσκας οδήγησε, το καλοκαίρι του 2008, στα 147 δολάρια το βαρέλι, ενώ οι αναλυτές παπαγάλοι της Goldman προέβλεπαν τα 200 δολάρια. Λίγους μήνες μετά, και ενώ η ύφεση πλάκωνε, το πετρέλαιο υποχώρησε στα 30 δολάρια.


Ελευθεροτυπία

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου